Τοπωνυμικό
Μενού πλοήγησης
Μόλος\{ width=

Μόλος

Μόλος, ο (στο Μόλο) [συνοικία]
Μόλος, ο [μσν. <λατ. moles (ιταλ. molo)]= προκυμαία, αποβάθρα, η τεχνητή ή φυσική προεξοχή γης που εισχωρεί στη θάλασσα, για να δέσουν με ασφάλεια τα πλοία. Βρισκόταν στην περιοχή του βετσιάνικου λιμανιού, παρά τη σημερινή οδό Νεάρχου.